Θα φάνε μόνοι τους οι Γερμανοί το παντεσπάνι που κέρδισαν από την κρίση;

Αν παρακολουθήσει κάποιος τα θέματα που απασχολούν τους Γερμανούς, αντιλαμβάνεται γιατί ορισμένοι εκτιμούν ότι οι διαλυτικές τάσεις στην Ευρωζώνη διαρκώς ενισχύονται. Ενα από τα μεγάλα ζητήματα στις διαπραγματεύσεις των κομμάτων για τη συγκρότηση κυβέρνησης στη Γερμανία είναι... πού θα ξοδέψουν περίπου 45 δισ. ευρώ τα οποία προκύπτουν από τα πλεονάσματα των τελευταίων ετών. Ποιους φόρους θα μειώσουν, ποιες συντάξεις θα αυξήσουν, ποιες κοινωνικές παροχές θα βελτιώσουν. Αυτά είναι μερικά από τα προβλήματα των Γερμανών πολιτικών που διαπραγματεύονται για τη συγκρότηση του νέου μεγάλου συνασπισμού μεταξύ της Ανγκελα Μέρκελ και του Μάρτιν Σουλτς.

Η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης καταγράφει δημοσιονομικά πλεονάσματα τα τέσσερα τελευταία χρόνια, κυρίως χάρη στα αυξημένα φορολογικά έσοδα που έφερε η οικονομική ανάπτυξη, η οποία έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011.

To 2017 το πλεόνασμα του προϋπολογισμού της Γερμανίας έφτασε στο ύψος ρεκόρ των 38,4 δισ. ευρώ, ενώ και το εμπορικό πλεόνασμά της έσπασε κάθε προηγούμενο ρεκόρ.

Αξίζει, βέβαια, να σημειώσουμε, εν παρόδω, ότι το δημοσιονομικό πλεόνασμα της χώρας αντιστοιχεί μόνο στο 1,2% του ΑΕΠ της, παρότι βρίσκεται σε οικονομικό οργασμό τα τελευταία χρόνια, σε αντιδιαστολή με το τεράστιο πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ που ζητείται από την Ελλάδα, η οικονομία της οποίας μόλις πέρυσι άρχισε να ανακάμπτει μετά από περίοδο ύφεσης ή στασιμότητας εννέα ετών. Η σύγκριση με τη Γερμανία καταδεικνύει το παράλογα μεγάλο μέγεθος της δημοσιονομικής προσπάθειας που επιβάλλεται στη χώρα μας, πολύ δε περισσότερο που η απαίτηση για μεγάλα πλεονάσματα εκτείνεται σε βάθος χρόνου.

Πέραν αυτού, όμως, γεγονός είναι ότι το ευρώ και η διαχείριση της κρίσης τα τελευταία χρόνια ευνόησαν με διάφορους τρόπους τη Γερμανία, αλλά δεν συνέβη το ίδιο και με τις άλλες μεγάλες χώρες, κυρίως τη Γαλλία και την Ιταλία, οι οποίες έμειναν πίσω. Τα γερμανικά πλεονάσματα είναι τα ελλείμματα κάποιων άλλων, γεγονός για το οποίο διαμαρτύρονται τα τελευταία χρόνια οι μεγάλοι εταίροι της στην Ευρωζώνη. Δεν είναι τυχαίο ότι μόλις την περασμένη εβδομάδα ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών Μπρουνό Λεμέρ έκανε έκκληση στην επόμενη γερμανική κυβέρνηση να ακολουθήσει επεκτατική πολιτική, ενισχύοντας τους μισθούς και τις επενδυτικές δαπάνες, έτσι ώστε να ευνοηθούν και οι άλλες οικονομίες της Ευρωζώνης. Εάν οι Γερμανοί ξοδέψουν περισσότερα, θα έρθουν περισσότεροι τουρίστες στην Ελλάδα, θα αγοράσουν περισσότερα ιταλικά ρούχα, γαλλικά αυτοκίνητα κ.ο.κ. Η συγκυρία ευνοεί μια τέτοια στρατηγική, καθώς η οικονομία της Ευρωζώνης ως σύνολο αναμένεται να καταγράψει το 2017 τον υψηλότερο ρυθμό των τελευταίων ετών, με τις προβλέψεις να είναι θετικές και για το 2018. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται κυρίως στην άνοδο της Γερμανίας, αλλά ακολουθούν οι περισσότερες χώρες, ακόμα και η Ιταλία, η οικονομία της οποίας σέρνεται τα τελευταία χρόνια.

Το ερώτημα, επομένως, είναι αν η Γερμανία θα αποφασίσει τελικά να αλλάξει τακτική και να διοχετεύσει τα πλεονάσματά της σε επενδύσεις και ενίσχυση της ζήτησης, συμβάλλοντας έτσι στο να εδραιωθεί η αναπτυξιακή δυναμική στην Ευρωζώνη, ή, αντιθέτως, θα κλειστεί και πάλι στην -αδιέξοδη για τους εταίρους της- στρατηγική του Deutschlanduberalles.

You May Also Like

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *