Οι συγκυριακές επιτυχίες δεν πρέπει να προκαλούν εφησυχασμό

Η Ελλάδα μετά από μια μακρά περίοδο ύφεσης και οπισθοδρόμησης δείχνει σημάδια ανάκαμψης.

Η βιομηχανική παραγωγή ανακάμπτει. Οι εξαγωγές βελτιώνονται. Ο τουρισμός πηγαίνει εξαιρετικά. Η ανεργία υποχωρεί. Η χώρα ολοκλήρωσε τη δεύτερη αξιολόγηση και έχει κάνει την πρώτη έξοδό της στις αγορές. Οι τράπεζές μας σχεδιάζουν και αυτές να βγουν στις αγορές μέχρι το τέλος του έτους και να ενισχύσουν την ρευστότητά τους. Οι καταθέσεις σημειώνουν άνοδο. Ολα αυτά τα θετικά σημάδια ανάκαμψης όμως δεν αρκούν από μόνα τους να διασφαλίσουν τη θετική πορεία της χώρας στο άμεσο μέλλον. Δείχνουν, ωστόσο, ότι μπορούμε. Μπορούμε να τα καταφέρουμε, αρκεί να μην τα παρατήσουμε στη μέση όπως κάναμε στο τέλος του 2014. Για να ξεκινήσουμε ξανά την προσπάθεια από πολύ χειρότερη θέση.

Εύχομαι και ελπίζω να έχουμε μάθει από τα λάθη, τις παραλείψεις και τις καθυστερήσεις. Μπροστά μας έχουμε ακόμα δύσκολες αποφάσεις, αλλά και προκλήσεις. Η χώρα για να εξέλθει από τη μέγγενη των μνημονίων θα πρέπει να πάρει μέτρα 6,5 δισ. ευρώ την περίοδο 2018-2022, να πετυχαίνει πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ την ίδια περίοδο και 2% περίπου στη συνέχεια και να υλοποιήσει 113 προαπαιτούμενα μέχρι το τέλος του 2018. Κάθε καθυστέρηση, κάθε απόκλιση από την υλοποίηση αυτών των δεσμεύσεων θα στοιχίζει πολλαπλάσια στην ελληνική οικονομία. Γι' αυτό και η χώρα χρειάζεται εθνικό διάλογο, εθνική συνεννόηση και, κυρίως, δημιουργική αντιπαράθεση ιδεών και προτάσεων για να προχωρήσουμε με τολμηρά και αποφασιστικά βήματα μπροστά. Ο δρόμος που έχουμε να διανύσουμε είναι μακρύς και δύσκολος.

Οι δεσμεύσεις που έχουμε αναλάβει απαιτούν αποτελεσματικότητα και εγρήγορση. Η πορεία μας όμως δεν θα κριθεί μόνο από την υλοποίηση των δεσμεύσεων που έχουμε αναλάβει. Θα κριθεί κυρίως από την ικανότητα της πολιτικής μας ηγεσίας αφενός να πετύχει τους στόχους ώστε να μην υπάρξουν πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα και αφετέρου να αλλάξει το μείγμα της ακολουθητέας δημοσιονομικής πολιτικής.

Αυτή η αλλαγή είναι περισσότερο παρά ποτέ αναγκαία αν θέλουμε να οικοδομήσουμε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο που θα το διακρίνει η ανταγωνιστική παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών. Μοντέλο που μπορεί να προκύψει από σοβαρές επενδύσεις σε φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο, στην καινοτομία, στην ποιότητα, στη διαφοροποίηση. Για να έχουμε όμως σοβαρές επενδύσεις η Ελλάδα χρειάζεται χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές, χαμηλότερες ασφαλιστικές εισφορές, διεύρυνση της φορολογικής βάσης, ηλεκτρονική διακυβέρνηση, ριζική αναμόρφωση της Δημόσιας Διοίκησης και της Δικαιοσύνης, αξιολόγηση και ανταγωνισμό στην εκπαίδευση.

Το περιβάλλον ειδικά για τις επενδύσεις παραμένει χαώδες και απρόβλεπτο. Τριάντα χρόνια συζητάμε για το Κτηματολόγιο και ακόμα να ολοκληρωθεί. Αλλα τόσα χρόνια συζητάμε για τον χωροταξικό σχεδιασμό. Ενώ ακόμα δεν μπορεί να προχωρήσει επένδυση χωρίς να βρεθεί αντιμέτωπη με εμπόδια, νομικές ασάφειες, αντιφατικές διατάξεις, προσφυγές και απρόβλεπτες εμπλοκές. Ελάχιστα έγιναν για την επιτάχυνση της διαδικασίας απονομής της δικαιοσύνης, με τις καθυστερήσεις να αγγίζουν πια τα όρια της αρνησιδικίας. Αν κάτι προχώρησε, αυτό είναι η εισαγωγή του θεσμού των εναλλακτικών μεθόδων επίλυσης διαφορών, με πρωταγωνιστές και πάλι τα επιμελητήρια.

Παράλληλα η Ελλάδα απαιτεί μέτρα αποτελεσματικής καταπολέμησης της ακραίας φτώχειας. Η εξίσωση που πρέπει να λύσει η πολιτική μας ηγεσία είναι εξαιρετικά δύσκολη. Η προσπάθεια όμως πρέπει να γίνει αν θέλουμε να επιστρέψουμε στην ανάπτυξη και να ανακτήσουμε την εθνική μας κυριαρχία.

* Πρόεδρος Κεντρικής Ενωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος - ΕΒΕΑ

You May Also Like

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *