Οταν είδα τον Μίκη να πετάει

Τον Μίκη Θεοδωράκη τον κληρονόμησα απ’ τον πατέρα μου. Δεν ξέρω αν ο πατέρας μου αγάπησε κι έμοιασε σε μουσική περισσότερο απ’ ό,τι στη δική του.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ που με πήγε στο Ηρώδειο 14 χρόνων να ακούσουμε το «Αξιον Εστί», που θα παιζόταν για πρώτη φορά εκεί - ο Μίκης στα 60 του δεν είχε ακόμα την τιμή να του παραχωρηθεί το Ηρώδειο, όσο κι αν αυτό σήμερα φαίνεται απίστευτο. Πρώτη φορά και τελευταία στη συναυλία αυτή, είδα άνθρωπο να πετάει. Δεν ήταν διεύθυνση αυτό, ήταν το πρώτο πέταγμα του ανθρώπου. Ο Μίκης μπορούσε να το κάνει. Και ήθελε -και θέλει κάθε φορά- να πάρει κι εμάς μαζί. Το ότι άλλες φορές το ελληνικό σώμα τον αντιμετωπίζει σα Θεό και άλλες φορές ομοθυμαδόν θέλει να τον εξευτελίσει δεν οφείλεται στην ανισότητα του χαρακτήρα του. Αλλά στη δική μας σχέση με την πτήση.

Τον γνώρισα φυσικά, με την πρώτη ευκαιρία που μου δόθηκε. Εχω διαβάσει όλα του τα κείμενα, έχω ακούσει όλες τις ηχογραφήσεις του, ξέρω το συμφωνικό του έργο λίγο καλύτερα και από τη ζωή του. Του ζήτησα τη Δεύτερη Συμφωνία του, που -σε εκείνη τη φάση που βρεθήκαμε- δεν κυκλοφορούσε. Μου έβαλε και την ακούσαμε μαζί. Το πρόσωπό του έλαμπε, σαν να είχε για λίγο έναν συνεπιβάτη σ’ ένα ταξίδι ερμητικό και επικίνδυνο, που ο προορισμός του λίγη σημασία είχε για κείνον. Αυτό που τον ενέπνεε στ’ αλήθεια απ’ την αρχή ήταν να πάρει τον «λαό» μαζί του εκεί. Εντάξει, απέχω μερικούς ανθρώπους απ’ το να είμαι ο λαός, μιαν εφηβική χαρά στα μάτια του τη διέκρινα όμως, που εκείνο το απόγευμα ταξιδέψαμε μαζί - κι ας ήμουν μόνον ένας.

Ενα απόγευμα λίγες μέρες μετά, με πήρε η γραμματέας του. «Παίζεται στο Μέγαρο η Πρώτη Συμφωνία του και ο κύριος Μίκης θέλει να τον πάτε στην πρόβα». Δεν έχω δει μεγαλύτερο καλλιτεχνικό παράπονο απ’ αυτό που είχε όσο παρακολουθούσε. Θυμόταν κάθε αρνητική κριτική, κάθε πολιτικο-καλλιτεχνική συνωμοσία που του στέρησε σ’ εκείνη την πρώτη φάση της συνθετικής του δραστηριότητας τη χαρά και τον έπαινο. «Δεν είχα ενθάρρυνση», έλεγε. «Διαφορετικά, θα είχα προχωρήσει αλλιώς». Πώς θα ’ταν, άραγε, αυτό το αλλιώς για όλους μας, αναρωτήθηκα. Και θυμήθηκα την πτήση του Ηρωδείου.

Γυρνώντας στο σπίτι, περνώντας απ’ του Μακρυγιάννη, μου διηγήθηκε -έτσι όπως ποτέ δεν τα έγραψε- τα δικά του Δεκεμβριανά. Είχε πάλι τόση ζωντάνια και τόσο παράπονο ο λόγος του, που αισθάνθηκα σα να παίζω στο φινάλε του «Αποκάλυψη Τώρα». Σα να είμαι με τον -μεγαλύτερο από τη ζωή- συνταγματάρχη Κουρτς και να προσπαθώ να αποκρυπτογραφήσω το νόημα της τρελής ελευθερίας του, της βουτηγμένης στο αίμα και στην ομορφιά. Οταν το βράδυ γύρισα στο σπίτι μου, αισθανόμουν πως η όποια ελευθερία των σημερινών επιλογών μου, η δημοκρατία στην οποία ζούσα, έγραφα και ανέπνεα, οφειλόταν σε μεγάλο ποσοστό στην τρελή θυσία της γενιάς του.

Πέντε χρόνια μετά η κρίση χτυπούσε και ό,τι ανέπνεα ως δεδομένο έπαυε να είναι τέτοιο πια. Τα σημάδια, βέβαια, υπήρχαν καιρό. Και κανείς δεν τα ανέλυσε στην ώρα του. Ο καθένας μας αντέδρασε -καθυστερημένα- με τον τρόπο του. Ο Μίκης έφτιαξε τη «Σπίθα».

Πολλές φορές περνάω κάτω απ’ το σπίτι του, απέναντι απ’ την Ακρόπολη. Δεν του χτυπάω το κουδούνι. Μόνος στο σπίτι ακούω πού και πού τα έργα του. Δεν πειράζει που ο «λαός» δεν τα ακολούθησε ώς το τέλος. Το μέρος όπου καταλήγει η πτήση τους είναι εκεί. Χαρτογραφημένο. Μια αληθινή Νεφελοκοκκυγία του μέλλοντος. Ας μην την αποκαλύψουμε σ’ αυτούς που δεν είναι σε θέση να την καταλάβουν. Ας κάνουμε όμως ό,τι μπορούμε, ώστε στη σωστή στιγμή να ανακαλυφθεί.

 

Ενα σχολείο, ένα βιβλίο και πολλές ιστορίες

Το κείμενο αυτό αποτελεί προδημοσίευση από το βιβλίο με τίτλο «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μας», όπου προσωπικότητες από τον χώρο της μουσικής, της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου αφηγούνται στον Φώτη Απέργη άγνωστες ιστορίες γεμάτες από συγκίνηση και χιούμορ που έζησαν και μοιράζονται με τον Μίκη Θεοδωράκη. Είναι, συγκεκριμένα, οι: Βασίλης Βασιλικός, Κώστας Γαβράς, Δήμητρα Γαλάνη, Μάνος Ελευθερίου, Δέσποινα Ζηλφίδου, Κώστας Θωμαΐδης, Λουκάς Καρυτινός, Γιάννης Κότσιρας, Φώντας Λάδης, Πέτρος Μάρκαρης, Νότης Μαυρουδής, Μανώλης Μητσιάς, Θάνος Μικρούτσικος, Νίκος Μωραΐτης, Γιώργος Νταλάρας, Πέτρος Πανδής, Μίλτος Πασχαλίδης, Γιάννης Σμυρναίος, Ελένη Τορόση, Μάκης Τρικούκης, Διονύσης Τσακνής, Μαρία Φαραντούρη, Τηλέμαχος Χυτήρης. Και, ακόμα, ο Διονύσης Καρατζάς, καθώς και ο Διονύσης Σαββόπουλος, με κείμενα που συνέγραψαν οι ίδιοι.

Στις γλαφυρές τους αφηγήσεις αποκαλύπτεται πώς ο 19χρονος Σαββόπουλος έπιασε την πρώτη του δουλειά ως κιθαρωδός σε μπαρ στη Μύκονο, χάρη στον Μίκη Θεοδωράκη. Πώς ένα χαρτάκι από μαστίχα άλλαξε τη ζωή της 21χρονης Φαραντούρη. Πώς βρέθηκε η χορωδία του περίφημου αμερικάνικου μιούζικαλ «Ηair» να τραγουδά την «Κατάσταση Πολιορκίας» σ’ ένα λονδρέζικο θέατρο, ενώ ο Θεοδωράκης παρακολουθούσε τη συναυλία από ένα ραδιοφωνάκι, εξόριστος με την οικογένειά του στη Ζάτουνα. Πώς και γιατί ένα καλοκαιρινό μεσημέρι του 1971, στη Ρώμη, ο Μίκης δήλωσε πως δήθεν εκείνος έχει γράψει το «Ποτέ την Κυριακή» και ο Μάνος Χατζιδάκις πως ήταν τάχα δική του η μελωδία του «Ζορμπά». Και πολλά ακόμη. Πρωτοβουλία των εκπαιδευτηρίων «Ελληνογερμανική Αγωγή», η έκδοση περιλαμβάνει πλήθος φωτογραφικών ντοκουμέντων από τη ζωή και το έργο του κορυφαίου συνθέτη, τα οποία την ερχόμενη εβδομάδα θα εκτίθενται στις εγκαταστάσεις του σχολείου, στην Παλλήνη.

You May Also Like

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *