Ο μοιραίος θρίαμβος της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας

Και ξαφνικά μέσα στην απόλυτη απελπισία της ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς ξεπρόβαλε ο πιο απροσδόκητος σωτήρας, ο Μάρτιν Σουλτς. Δεν είναι ένας διανοούμενος πολιτικός, όπως ο Σταϊνμάγερ. Ούτε κατέχει τη μαστορική της πολιτικής, όπως ο Ζίγκμαρ Γκάμπριελ. Έχει όμως ένα μοναδικό πλεονέκτημα: δεν ήταν μέλος της κυβέρνησης της Μέρκελ. Για την εκλογική βάση των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών αυτό φαίνεται να αρκεί. Στις δημοσκοπήσεις έχουν αναστηθεί και φαίνεται πιθανό ακόμη κι αυτό που φάνταζε πριν από δυο μήνες στη σφαίρα του απρόσιτου, να είναι το SPD πρώτο κόμμα στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, εκθρονίζοντας την «ακλόνητη» καγκελλάριο. Οι δυσαρεστημένοι με τη στάση της στο προσφυγικό και μαζί όσοι κουράστηκαν από την διαρκή επικυριαρχία της στη γερμανική και ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή δεν πηγαίνουν σε κόμματα εκτόνωσης – ούτε στο δεξιό ξενοφοβικό AfD-«Εναλλακτική για τη Γερμανία», ούτε στην αριστερή διαμαρτυρία των Πρασίνων ή του Die Linke. Ο Σουλτς αρέσει.

Για πολλούς η νεκρανάσταση του SPD δείχνει πως υπάρχει ακόμη χώρος για μια κεντροαριστερή πρόταση στην πιεσμένη Ευρώπη, που κλονίζεται από τις κοινωνικές εντάσεις τις οποίες πυροδοτεί η μαζική μετανάστευση θέσεων εργασίας, κατεξοχήν ανειδίκευτης, ακόμη και στις πιο κερδισμένες χώρες, όπως η Γερμανία. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η μετεωρική άνοδος του Σουλτς αποδεικνύει την έκταση της ώσμωσης της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς στις μητροπόλεις της δυτικής δημοκρατίας. Οι ψηφοφόροι μπορούν και μετακινούνται με τόση ταχύτητα και άνεση ανάμεσα στη Μέρκελ και τον Σουλτς ακριβώς επειδή έχουν να επιλέξουν πρόσωπα μάλλον, παρά πολιτικούς χώρους. Η Γερμανία κυβερνάται από το λεγόμενο «μεγάλο συνασπισμό» Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών με μεγάλη επιτυχία. Άλλωστε η Μέρκελ ήταν που υιοθέτησε, εφάρμοσε και έγινε πιονιέρος της «Ατζέντας» που είχε καταρτίσει ο Σρέντερ, για να βγάλει τη χώρα του από την κρίση παραγωγικότητας της δεκαετίας του ΄90. Τα μετριοπαθή συντηρητικά κόμματα σε όλη την Ευρώπη έχουν ενστερνιστεί και εφαρμόζουν με επιτυχία τα βασικά σημεία του κοινωνικού συμβολαίου που ήταν το έμβλημα των σοσιαλδημοκρατών. Πουθενά δεν αμφισβητείται μια βασική κοινωνική πολιτική, ούτε η ανάγκη αναδιανομής και κοινωνικής συνοχής. Ακόμη και η Θάτσερ έκανε μαζικές ιδιωτικοποιήσεις παραγωγικών μονάδων που ανήκαν στο κράτος, αλλά δεν διανοήθηκε να αγγίξει το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Η μεταπολεμική συμφωνία Αριστεράς-Δεξιάς για τις ελάχιστες κοινωνικές πολιτικές, το «σχέδιο Μπέβεριτζ», παραμένει και μετά το θατσερισμό μια σταθερά στις αντιλήψεις του βρετανικού εκλογικού σώματος: η βασική υπόσχεση της ευρωσκεπτικιστικής δεξιάς για το Brexit ήταν να πάνε τα χρήματα όχι στις Βρυξέλλες, αλλά στο NHS, το ΕΣΥ της Βρετανίας.

Αντίστοιχα, στην οικονομική πολιτική, η μετριοπαθής Αριστερά είναι εκείνη που δεν αμφισβητεί πια την πρωτοκαθεδρία της ελεύθερης αγοράς, ακόμη και μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, κρίση απορρύθμισης και παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου. Οι εκπρόσωποί της, όπως ο Μακρόν, υπόσχονται μειώσεις φόρων, πολύ μακριά από την παραδοσιακή αντίληψη της αριστερής πολιτικής για αναδιανομή μέσω της βαρύτερης φορολογίας.

Για την κεντροδεξιά είναι ευκολότερο παρά για την κεντροαριστερά. Σε μια εκδήλωση του Δικτύου για τη μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη, που έχει ιδρύσει η Άννα Διαμαντοπούλου, ο πρώην αρχηγός των Ισπανών Σοσιαλιστών (και πιθανός επόμενος) Πέδρο Σάντσες υπερασπίστηκε την πολιτική που τον οδήγησε στην παραίτηση: άρνηση κάθε σύμπραξης με τη συντηρητική παράταξη. Για τον Σάντσες, όρος επιβίωσης των Σοσιαλιστών είναι η αναβίωση του παλιού ρήγματος Αριστεράς-Δεξιάς. Συνεργασίες ναι, αλλά μόνο προς τα αριστερά, για να προσελκύσει τους δυσαρεστημένους που έφυγαν. Υπάρχουν δύο προβλήματα. Το ένα είναι πως εκλογικά μπορεί να έχει νόημα, να απηχεί επβιώσεις διαιρέσεων στο εκλογικό  σώμα, αλλά οδηγεί σε πολιτικό αδιέξοδο, καθώς η ριζοσπαστική αριστερά έχει πια ελάχιστα κοινά σημεία με την κεντροαριστερά. Άρα είναι μια επιλογή πολιτικής χωρίς αρχές. Και, δεύτερον, ότι στην Ισπανία όπου οι Σοσιαλιστές παρέμειναν δεύτερο κόμμα αυτή η στρατηγική μπορεί να έχει μια προοπτική, αν και εκεί υποδαυλίζει εσωτερικό διχασμό. Στην Ελλάδα, όπου η στρατηγική συμμαχιών είναι αναγκαστικά η προτεραιότητα για κάθε κεντροαριστερό σχηματισμό, το φλερτ με τις πολιτικές τύπου ΣΥΡΙΖΑ-Podemos και τα παρόμοια θα αποξενώσει ακριβώς εκείνους τους ψηφοφόρους που στήριξαν την επιβίωση της κεντροαριστεράς την ώρα της επέλασης της ριζοσπαστικής δημαγωγίας.

*Από την εφημερίδα Επένδυση

You May Also Like

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *