Ο Τσίπρας, ο Τραμπ και ο Κινέζος των Εξαρχείων

Η επιτυχία της επίσκεψης Τσίπρα στις ΗΠΑ και το φιλικό κλίμα με τον πρόεδρο Τραμπ θα είχαν μεγάλη σημασία αν παίρναμε και κάτι χειροπιαστό.

Δυστυχώς μόνο δώσαμε αυτά που ανακοίνωσε ο ίδιος ο Τραμπ: F16, αγωγούς, εισαγωγές φυσικού αερίου, Σούδα και ποιος ξέρει τι άλλο. Μόνο τα F16 θα δώσουν στους Αμερικανούς 2,4 δισ. ελληνικά ευρώ. Πήραμε καλά λόγια, αφηρημένες υποσχέσεις και κατανόηση. Καλό είναι αυτό διότι με τους Αμερικανούς σε αυτή την περιοχή που βρισκόμαστε πρέπει να διατηρούμε ισχυρές φιλίες, αλλά αυτές δεν αρκούν στην κατάσταση που είμαστε.

Χρειαζόμαστε επειγόντως επενδύσεις και οικονομικές ενισχύσεις, αλλά δεν τις ζητάμε σωστά.

Και δεν τις ζητάμε σωστά διότι δεν είμαστε κατάλληλα προετοιμασμένοι. Οι Αμερικανοί ξέρουν πριν από κάθε συνάντηση τι θέλουν να πάρουν και πώς θα το πάρουν. Εμείς πάμε εκεί και θεωρητικολογούμε χωρίς να έχουμε κάποια συγκεκριμένη απαίτηση. Δεν το κάνει μόνο ο Τσίπρας αυτό, το κάνουν όλοι οι Ελληνες πολιτικοί. Δεν είναι συγκεκριμένοι, απλώς πολιτικολογούν.

Ισως να είναι χαρακτηριστικό της φυλής, να κυκλώνουμε τα ζητήματα και να μην εστιάζουμε στην ουσία. Στους πολιτικούς, πάντως, η αφηρημένη έκφραση, το ευχολόγιο, η αποφυγή της ουσίας είναι πολύ συγκεκριμένη τακτική η οποία ακολουθείται διαρκώς.

Το ερώτημα λοιπόν είναι πώς θα έρθουν τελικά πράγματι επενδύσεις στη χώρα και ενώ η απάντηση είναι απλή, τελικά δεν βρίσκει εφαρμογή. Η απλή απάντηση είναι λοιπόν ότι πρέπει να διαμορφωθεί ένα πολύ φιλικό και επικερδές περιβάλλον για τις επενδύσεις. Δεν μπορεί, όμως, κάτι τέτοιο να εφαρμοστεί όσο οι κυβερνήσεις θέλουν να ελέγχουν την οικονομική δραστηριότητα, τις ζωές των πολιτών και την κυκλοφορία του χρήματος με στόχο την αναδιανομή του προς την εκλογική τους πελατεία.

Οσο το κράτος παίρνει αυτούς τους πολύ υψηλούς φόρους, όσο μας αναγκάζει να εμπλεκόμαστε καθημερινά σε άχρηστες γραφειοκρατικές διαδικασίες, όσο περιπλέκει τις δηλώσεις προς τους δημόσιους φορείς, φορολογικές δηλώσεις, «πόθεν έσχες», αιτήσεις για αδειοδοτήσεις, για την Πολεοδομία, γνήσια της υπογραφής κ.λπ., επενδύσεις δεν θα δούμε.

Το κόστος της επένδυσης στην Ελλάδα είναι μη υπολογίσιμο. Δεν το γνωρίζει ο επενδυτής από την αρχή, δεν ξέρει τι θα του κοστίσει η επένδυσή του ούτε σε χρήμα, ούτε σε χρόνο, δεν ξέρει πότε θα κερδίσει και τι - αν κερδίσει κάτι. Συνεπώς, γιατί να επενδύσει;

Μάθαμε προχθές ότι ένας Κινέζος επενδυτής αγόρασε 100 διαμερίσματα στα Εξάρχεια. Υποθέτω ότι θα τα φτιάξει, μάλλον θα τα πουλήσει ή θα προσπαθήσει να τα γεμίσει Κινέζους, ποιος ξέρει τι θέλει να κάνει ο άνθρωπος, μάλλον τα λεφτά του περίσσευαν. Τώρα, όμως, θα αρχίσει να πληρώνει ΕΝΦΙΑ ή μάλλον τον καινούριο Φόρο Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας.

Φανταστείτε τι θα πάθει όταν αρχίσει να πληρώνει «κερατιάτικα», που ακόμη δεν ξέρει πόσο θα είναι. Και δεν το ξέρει διότι ακόμη δεν έχει ανακοινωθεί πώς ακριβώς θα υπολογίζεται ο Φόρος Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας. Πρόκειται λοιπόν περί ενός θαρραλέου ή αφελούς Κινέζου που αγόρασε 100 διαμερίσματα τα οποία σε πέντε χρόνια μπορεί να του έχουν ήδη κοστίσει τα διπλά απ' όσα έδωσε λόγω φόρων.

Οι μεγάλες επιχειρήσεις, όμως, που θέλουμε να έρθουν και να επενδύσουν για να δώσουν δουλειές και παραγωγή δεν λειτουργούν όπως ο Κινέζος. Μελετάνε από πριν την επένδυση και λογοδοτούν στους μετόχους τους. Είναι αναγκασμένες να βγάλουν κέρδη και αν δεν μπορούν να τα εξασφαλίσουν, δεν επενδύουν.

Αυτή είναι η προϋπόθεση για να έρθουν επενδύσεις. Ακόμη να μειωθούν η κρατική παρέμβαση, η γραφειοκρατία, οι φόροι, οι εισφορές και η διαφθορά που στηρίζεται σε όλα αυτά.

Το δεύτερο ερώτημα είναι ποιος θα εφαρμόσει αυτή την πολιτική.

Στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είναι κρατιστές. Θέλουν μεγάλο κράτος που τα ελέγχει όλα. Θέλουν ημέτερους δημόσιους υπαλλήλους σε κρίσιμες θέσεις για να ελέγχουν τα πάντα και να διατηρήσουν τους πολίτες και τους επιχειρηματίες στη θέση των διαρκώς κατηγορουμένων και ενοχοποιούμενων.

Η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ είχαν δημιουργήσει και συντηρήσει παρόμοια συστήματα και ελπίζουμε ότι τώρα άλλαξαν μυαλά, αλλά δεν το έχουμε δει στην πράξη, ούτε ξέρουμε αν θα το δούμε στο μέλλον. Μικρότερα κόμματα επιθυμούν αλλαγές και μεταρρυθμίσεις αλλά δεν παίρνουν ψήφους, τα ακραία κόμματα δε ας μην τα συζητάμε καν.

Το ποιος θα φέρει λοιπόν τις αλλαγές είναι ακόμη άγνωστο. Δεν φαίνεται να έχει αλλάξει κάτι, ούτε η πλειοψηφία του λαού φαίνεται να θέλει αυτή την αλλαγή. Εαν όμως δεν γίνουν αυτές οι αλλαγές, άσπρη μέρα δεν πρόκειται να δούμε.

You May Also Like

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *