Στη ρίζα του διχασμού

Ο ιστορικός Θάνος Βερέμης στο τελευταίο του βιβλίο, που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες με τίτλο «Δόξα και αδιέξοδα» (Μεταίχμιο), αναλύει τις εμφύλιες διαμάχες στη χώρα μας, τη μετεξέλιξή τους, τον σημερινό λαϊκισμό, όπως και την άνοδο και την πτώση που σημάδεψαν κορυφαίες στιγμές στην πατρίδα μας.

Ακούμε συχνά ότι «ο διχασμός είναι στο DNA του Ελληνα». Υπάρχει κάποιος κόκκος αλήθειας σε αυτό ή πρέπει να δούμε τις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε φορά;

Αν δούμε τις κοινωνικές συνθήκες πριν και κατά διάρκεια της ελληνικής Επανάστασης, θα βρούμε το κλειδί. Θα δει κανείς ότι επρόκειτο για μια κατακερματισμένη κοινωνία, όπου η εμπιστοσύνη κάθε ανθρώπου δεν αφορούσε κάποιο κράτος, αλλά τους ημετέρους. Μετά την οικογένεια, ακολουθούσαν οι ευρύτεροι συγγενείς, οι φίλοι, οι κουμπάροι κ.λπ. Διαμορφώθηκαν, έτσι, ιεραρχημένες πυραμίδες εξουσίας, όπως, π.χ., τα αρματολίκια της Ρούμελης, του Καραϊσκάκη, του Ανδρούτσου κ.ά. Αυτό το υπόδειγμα μεταφέρθηκε και στον πολιτικό βίο, κάνοντας τον εμφύλιο ένα αναμενόμενο γεγονός. Ο εμφύλιος προκύπτει ως μια μάχη νομής της εξουσίας. Αν κάποιος διαβάσει προσεκτικά τα απομνημονεύματα των αγωνιστών (π.χ., του Μακρυγιάννη), θα δει ακριβώς αυτήν τη διχόνοια. Απορώ γιατί τα φωτισμένα μυαλά της γενιάς του ’30 δεν σημείωσαν αυτή την ουσιαστική παράμετρο.

 

Στο νέο σας βιβλίο αναφέρεστε σε δύο αιτίες των πρώτων εμφυλίων, την εξουσία και το χρήμα.

Ναι, η εξουσία και η νομή του πρώτου δανείου υπήρξαν οι μεγάλες αφορμές για τους δύο εμφυλίους του 1823-1824. Το δάνειο το διαχειρίστηκε ο Μαυροκορδάτος για λογαριασμό των Ρουμελιωτών, τους οποίους εξόπλισε. Ο ίδιος ήταν ένας εκσυγχρονιστής. Δεν χρησιμοποίησε το δάνειο για ίδιον όφελος, αλλά για να εδραιώσει την εξουσία του νεότευκτου κράτους, ακόμα και σε βάρος κάποιων ομάδων που διαφωνούσαν. Θα λέγαμε ότι οι Ελληνες αποδέχτηκαν το κράτος, δυσκολεύτηκαν όμως να αποδεχτούν την είσοδο του αντιπάλου στο κράτος.

 

Ησύχασαν, λοιπόν, τα πράγματα έως τον επόμενο μεγάλο διχασμό βενιζελικών και βασιλικών ή όχι;

Η βασιλεία -κυρίως ο Γεώργιος- κατάφερε να εξισορροπήσει τις διάφορες τάσεις ασκώντας με έντεχνο τρόπο την εξουσία. Το μέγα λάθος του Βενιζέλου ήταν ότι έκανε τον Κωνσταντίνο αρχιστράτηγο και λαοπρόβλητο. Αρχισε η νέα διαμάχη, η οποία ήταν θεσμική. Ο μονάρχης Κωνσταντίνος θέλησε να μονοπωλήσει την εξουσία. Σε αυτή την περίπτωση ο διχασμός είχε άλλα χαρακτηριστικά. Με τον Κωνσταντίνο συντάχθηκαν οι Πελοποννήσιοι, ενώ με τον Βενιζέλο οι Μακεδόνες, η Ηπειρος, τα νησιά. Ο διχασμός αυτός κράτησε από το 1915 έως τον Εμφύλιο, όταν ο βασιλόφρων Ντίνος Τσαλδάρης συμπράττει σε κυβέρνηση εθνικής ενότητας με τον βενιζελογενή Θεμιστοκλή Σοφούλη.

 

Ο επόμενος διχασμός ήταν την περίοδο 1944-1949. Πώς θα τον χαρακτηρίζατε;

Ηταν ένας ιδεολογικός εμφύλιος μεταξύ των συμμετεχόντων στην Αντίσταση και αυτών που δεν αντέδρασαν. Κάθε παράταξη στόχευε σε δικό της τρόπο διακυβέρνησης - είχαν δική τους θεώρηση του κόσμου, παύει να υπάρχει η τοπική βάση διάκρισης των δύο παρατάξεων. Σημειώνω, όμως, ότι στη Μακεδονία με την έλευση των προσφύγων δημιουργήθηκε απογοήτευση στους Σλαβομακεδόνες, στους οποίους είχαν υποσχεθεί μέχρι και ανεξάρτητο κράτος. Ετσι, οι τελευταίοι δυσαρεστημένοι προτίμησαν να οδεύσουν προς το ΚΚΕ. Υπενθυμίζω ότι στα Τάγματα Ασφαλείας υπήρχαν πολλοί φιλελεύθεροι στις ηγεσίες τους - πρώην στελέχη του Πλαστήρα, του Πάγκαλου, ο ίδιος ο Γονατάς κ.ά. Μάχονταν εναντίον του ΕΑΜ, γιατί δεν ήθελαν το κομμουνιστικό καθεστώς.

 

Στη Μεταπολίτευση η σύγκρουση μεταξύ ΝΔ - ΠΑΣΟΚ ήταν οξύτατη, μάχη «φωτός - σκότους», όπως αρέσκετo να την ονομάζει ο Κουτσόγιωργας. Είχε στοιχεία διχασμού;

Δεν ήταν διχασμός, ήταν μια οξύτατη αντιπαράθεση. Οι παλιές διαμάχες σήμαιναν και μια καταδίκη κι ένα κυνηγητό των μεν από τους δε. Μετά τη Μεταπολίτευση, όμως, οι συγκρούσεις ήταν φραστικές.

 

Σήμερα βλέπετε μια πόλωση μεταξύ των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ και των αντιπολιτευόμενων κομμάτων;

Είναι απότοκος της κρίσης, που έφερε μια ένταση στις διαφορές. Πολλοί πίστεψαν στο «νέο» που έφερνε ο Τσίπρας ενάντια στο «παλιό» των άλλων κομμάτων. Αυτό ξεθώριασε πια, η κρίση απέδειξε ότι η πραγματικότητα είναι αδήριτη. Επιπλέον, η σημερινή κυβέρνηση είναι πολύ προσεκτική στο θέμα της καταστολής, οπότε οι διαμάχες παραμένουν σε φραστικό, πολιτικό επίπεδο.

Είδαμε στις ολλανδικές εκλογές αλλά και στη Γαλλία, παλαιότερα στην Αυστρία κ.α., ότι ο σημερινός λαϊκισμός αποτελεί ένα πεδίο διχασμού.

Κάθε λαϊκισμός είναι διαφορετικός. Στην Ολλανδία είναι ο λαϊκισμός ενάντια στον απόλυτα φιλελεύθερο, πολυπολιτισμικό εμπορικό χαρακτήρα της χώρας αυτής. Στη Γαλλία είναι το παλιό ζήτημα με τους ξένους της Βόρειας Αφρικής. Ο λαϊκισμός στη χώρα μας έχει τη βάση του στην κρίση. O Τραμπ θέλει να ελέγξει τη διακίνηση κεφαλαίων και ανθρώπων. Κάτι εντελώς αντίθετο με την αμερικανική παράδοση. Ο αμερικανικός λαϊκισμός οφείλεται στην παγκοσμιοποίηση. Η παγκοσμιοποίηση είναι η μεταφορά πόρων από τις χώρες του πρώτου κόσμου στον τρίτο κόσμο. Αλλά αυτή την τάση πληρώνουν οι εργαζόμενοι στον πρώτο κόσμο και φυσιολογικά πέφτουν στην αγκαλιά των εθνικιστών. Ο λαϊκισμός κτίζει πάνω σε μια ψεύτικη βάση: ότι οι ξένοι μάς παίρνουν τις δουλειές. Στην πράξη οι ξένοι κάνουν τις δουλειές που δεν θέλουν οι γηγενείς και, έτσι, οι λαϊκιστές ηγέτες δαιμονοποιούν τον «άλλον».

You May Also Like

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *