Τα «ναι μεν, αλλά» των δημοσκοπήσεων

Τα ευρήματα των τριών τελευταίων δημοσκοπήσεων -«Πρώτο Θέμα», Pulse και η έρευνα του Πανεπιστημίου Μακεδονίας- επιδέχεται πολλές ερμηνείες που όλες έχουν έναν κοινό παρανομαστή. Το σταθερό προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας στην πρόθεση ψήφου, που, σε συνδυασμό με την υπεροχή του Κυριάκου Μητσοτάκη στον δείκτη καταλληλόλητας για την πρωθυπουργία και τη μεγάλη διαφορά επί του ΣΥΡΙΖΑ στην παράσταση νίκης, δημιουργεί συνθήκες αυτοδυναμίας. Ωστόσο, όσοι είναι επιφορτισμένοι με τη μελέτη των αριθμών και την ανάλυση των ευρημάτων παρατηρούν ότι η συσπείρωση της Νέας Δημοκρατίας βρίσκεται στα υψηλότερα δυνατά επίπεδα, εν αντιθέσει με την αντίστοιχη του κυβερνώντος κόμματος, ενώ ταυτόχρονα στέκονται με ιδιαίτερο προβληματισμό στο ποσοστό «ασφαλείας» που σταθερά εξασφαλίζει ο ΣΥΡΙΖΑ και του επιτρέπει να ελπίζει ότι η κατάσταση είναι αναστρέψιμη.

Τα ευρήματα που έχουν μπει στο μικροσκόπιο της ομάδας που τα επεξεργάζεται στην Πειραιώς είναι το «ταβάνι» που έχει πιάσει η συσπείρωση, αλλά και τα ποσοστά στην πρόθεση ψήφου (πάνω από 30%) και η στρατηγική που πρέπει να ακολουθηθεί το προσεχές διάστημα προκειμένου να σπάσει το «φράγμα» και η Νέα Δημοκρατία να προσελκύσει ψηφοφόρους που κινούνται αριστερότερα του Κέντρου. Το έτερο εύρημα που αξιολογούν είναι η σταθερή αποδοχή που έχει ο ΣΥΡΙΖΑ, η οποία κυμαίνεται σε χαμηλά, αλλά, εντούτοις, ανεκτά υπό τις συνθήκες ποσοστά, παρά τα σκληρά μέτρα που έχει ψηφίσει η κυβέρνηση. Προφανώς, το «διπλό σκορ» που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις βάζει τα θεμέλια της αυτοδυναμίας, αλλά δεν διαλάθει την προσοχή ότι εν μέσω γενικής κατακραυγής ο ΣΥΡΙΖΑ στη δημοσκόπηση του Πανεπιστημίου Μακεδονία παρουσιάζει άνοδο 0,5%!

Η ερμηνεία που δίνουν στην Πειραιώς είναι ότι χρειάζεται επανασχεδιασμός της στρατηγικής ή, έστω, επικαιροποίηση με βάση τα νέα στοιχεία που έχουν προκύψει, ώστε να απευθυνθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης με νέα επιχειρήματα στους ψηφοφόρους οι οποίοι εμφανίζονται να εγκαταλείπουν τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά διστάζουν να εμπιστευθούν τη Νέα Δημοκρατία. Η άποψη που εκφράζεται αρμοδίως είναι ότι η απροθυμία αυτών των ψηφοφόρων οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αριστερή και κεντροαριστερή «καταγωγή» τους. Με αυτή την άποψη δεν συμφωνούν εκείνοι που θεωρούν ότι σε συνθήκες όπως αυτές η προέλευση ή η «καταγωγή» δεν έχει τόση σημασία, όση έχει να πεισθούν ότι η Νέα Δημοκρατία έχει κάτι να πει που τους αφορά. Εν προκειμένω, λένε, για να σπάσει το «φράγμα» του 30%-32%, ο Κυριάκος Μητσοτάκης χρειάζεται να αρχίσει να μιλάει και σ’ ένα ευρύτερο κοινό από αυτό στο οποίο σήμερα απευθύνεται. Εκεί πιστεύουν στην Πειραιώς ότι βρίσκεται το «κλειδί» της αυτοδυναμίας. Δηλαδή, στο αν θα καταφέρει η Νέα Δημοκρατία να μιλήσει στη κοινωνία και η κοινωνία να την «ακούσει».

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις μέσω των ποιοτικών ευρημάτων απαντούν ότι η κοινωνία «ακούει», αλλά θέλει και να «δει». Με μια πρώτη ανάγνωση θα λέγαμε ότι «επιβραβεύει» τη Νέα Δημοκρατία για την προσπάθειά της, γι’ αυτό και τη φέρνει κοντά στην αυτοδυναμία, αλλά ζητάει από τον Κυριάκο Μητσοτάκη να «δει» ότι αυτό που «ακούει» δεν είναι τα λόγια ενός τεχνοκράτη, αλλά η κατάθεση ψυχής ενός οραματιστή. Το γεγονός ότι ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας έχει πετύχει να κρατήσει τη διαφορά ασφαλείας που τον χωρίζει από τον Αλέξη Τσίπρα, όσον αφορά την καταλληλότητά του ως πρωθυπουργού, είναι μια σαφής ένδειξη ότι με τη στάση του έχει προκαλέσει ρήγμα στη «χαρισματική» εικόνα του δεύτερου, αλλά δεν αρκεί, μια και ο «άλλος» υπερέχει μακράν και των δύο σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Ακόμα μία σοβαρή ένδειξη ότι ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας χρειάζεται να δείξει πτυχές του χαρακτήρα του, που θα τον φέρουν πιο κοντά στον κόσμο που αισθάνεται ότι βρίσκεται στο περιθώριο.

Σε κάθε περίπτωση, η Νέα Δημοκρατία διήνυσε μεγάλη απόσταση, στη διάρκεια της οποίας ολοένα και διευρύνει τη διαφορά της από τον ΣΥΡΙΖΑ και τώρα, που βρίσκεται μια ανάσα πριν από την επίτευξη της αυτοδυναμίας, σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, αυτά τα λίγα μέτρα που απομένουν έχουν ανηφόρα.


Μια εξίσωση με πολλούς αγνώστους

Σύμφωνα με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο, το ποσοστό που χρειάζεται ένα κόμμα για να εξασφαλίσει την αυτοδυναμία είναι μεταβαλλόμενο. Η αυτοδυναμία του κόμματος που θα κερδίσει τις εκλογές εξαρτάται, εκτός από τον αριθμό ψήφων που του αναλογούν, και από άλλους παράγοντες, όπως το μέγεθος της αποχής και το άθροισμα των ποσοστών των κομμάτων που δεν κατορθώνουν να υπερβούν το όριο του 3%. Οσο μεγαλύτερη είναι η αποχή και το άθροισμα των ποσοστών των εκτός Βουλής κομμάτων, τόσο αυξάνονται και οι πιθανότητες αυτοδυναμίας. Σε αντίθετη περίπτωση, οι πιθανότητες μειώνονται. Εκτός, βέβαια, από την τεχνική πλευρά του ζητήματος, η εξίσωση που απαντά στο ερώτημα αν με βάση τα δεδομένα των δημοσκοπήσεων η ΝΔ θα είχε ή όχι αυτοδυναμία εμπεριέχει ακόμα έναν έναν άγνωστο Χ, την τελική προτίμηση όσων σήμερα δηλώνουν αναποφάσιστοι.
Συμπερασματικά, αν είχαμε την επόμενη Κυριακή εκλογές, με βάση τα ποσοστά που καταγράφει η ΝΔ στις δημοσκοπήσεις, θα τις κέρδιζε, με την αυτοδυναμία, όμως, να εμφανίζεται ως ένα πιθανό ενδεχόμενο και όχι ως βεβαιότητα.

Θωμάς Γεράκης,
πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος MARC A.E.

Το «αποτύπωμα» των τελευταίων δημοσκοπήσεων
ΝΔ ΣΥΡΙΖΑ Αναπ./λευκό κ.λπ.
PULSE (24/5/17) 30% 17% 19%
MARC (28/5/17) 28,2% 13,7% 25,6%
Πανεπιστήμιο Μακεδονίας (29/5/17) 32,5% 16,5% 14,5%

Από την εφημερίδα "Επένδυση" 

You May Also Like

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *