Το κυπριακό «σταυρόλεξο» και ο χορός των πιέσεων

Σε ελβετικά βουνά συζητείται το Κυπριακό όποτε φτάνει σε ιδιαιτέρως «κρίσιμο» σημείο. Αλλά σήμερα η υπόθεση της Κύπρου εξελίσσεται σε συνθήκες διεθνούς διπλωματικού καύσωνα. Το σκηνικό είναι διαφορετικό από ό,τι ήταν κατά το παρελθόν, λόγω της προσθήκης σοβαρών ζητημάτων με μεγάλο διεθνές ενδιαφέρον. Κοντά στην Κύπρο διεξάγεται ένας μεγάλος πόλεμος με ισχυρούς παίκτες, στη Συρία, και με εμπλεκόμενο μέρος την Τουρκία, η Ανατολική Μεσόγειος συγκεντρώνει ενεργειακά κοιτάσματα με μεγάλα προσδοκώμενα οικονομικά και στρατηγικά κέρδη από μια σειρά κρατών, η Βρετανία, που διατηρεί την ιδιοκτησία εδάφους στην Κύπρο, είναι σήμερα έξω απ’ την Ευρωπαϊκή Ενωση, η οποία εξακολουθεί να μη διαθέτει κοινή εξωτερική πολιτική. Οι σχέσεις της Ε.Ε. με το ΝΑΤΟ είναι σε μια «περίεργη» κατάσταση, ενώ ακόμη δεν είναι σαφείς οι στρατηγικοί στόχοι του προέδρου Τραμπ στη Μέση Ανατολή, πέραν του ότι το Πεντάγωνο δεν θέλει να έχει τη Ρωσία «στα πόδια του», στη Μεσόγειο. Και στο περίπλοκο αυτό διεθνές σκηνικό ο ενεργειακός πλούτος της κυπριακής ΑΟΖ οδηγεί σε αύξηση των αμερικανικών πιέσεων για μια «τακτοποίηση» του Κυπριακού. Οδηγεί ακόμα και Ευρωπαίους, όπως ο πρόεδρος του Γκρουπ Φιλελεύθερων και Δημοκρατών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κ. Φερχόφστατ, να δηλώνει στη Λευκωσία ότι θα έχει «ολέθριες συνέπειες» η απώλεια της νέας «ευκαιρίας».

Σε αυτό το πλέγμα των δεδομένων, η Κυπριακή Δημοκρατία καλείται πάλι να επιλέξει «ευελιξία» στις διαπραγματεύσεις και η Αθήνα προσπαθεί να μην πάρει επάνω της το βάρος της αποδοχής μιας λύσης που θα καθιστούσε τη νήσο «όμηρο» της Τουρκίας μέσω συστήματος εγγυήσεων ασφαλείας και στρατιωτική παρουσίας της στην Κύπρο.
Πρόβλημα που εμποδίζει την εξεύρεση «πολιτικής λύσης» στο Κυπριακό δεν είναι μόνο η τουρκική ακαμψία, που διαρκώς μεγαλώνει απ’ τη δεκαετία ’90 σε κάθε κύκλο συνομιλιών. Και σήμερα, οι διαπραγματεύσεις για τις εσωτερικές πτυχές του προβλήματος (έδαφος, περιουσίες, έποικοι κ.λπ.) είναι μεν σοβαρές, αλλά δεν συναντούν ανυπέρβλητα εμπόδια.
Αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία και σ’ αυτό τον κύκλο συνομιλιών είναι οι υποθέσεις των Εγγυήσεων και των στρατευμάτων κατοχής, δεδομένου ότι:
Η Τουρκία ζητά ένα «νέο» κράτος με συνομοσπονδιακά χαρακτηριστικά, που θα καταργήσει την υπάρχουσα Κυπριακή Δημοκρατία και δεν θα υπάγεται στο παρόν νομικό «ευρωπαϊκό κεκτημένο», αλλά σε ένα άλλο, που θα παραχθεί απ’ τη συμφωνία ως «πρωτογενές» δίκαιο.
Ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κ. Αναστασιάδης, υποστηρίζει, από τον Ιούνιο του 2016 ότι θέλει τη «μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας από ενιαίο σε ομόσπονδο κράτος, χωρίς στοιχεία συνομοσπονδιακής ύλης».

Αναγκασμένοι να βγουν από τον «λήθαργο» οι Ευρωπαίοι

Και η Λευκωσία και η Αθήνα σταθερά υποστηρίζουν ως αυτονόητο στοιχείο κάθε λύσης ότι το ευρωπαϊκό κεκτημένο δεν είναι δυνατόν μην ισχύει στο νέο ομόσπονδο κράτος. Για τον λόγο αυτό, σε διπλωματικούς κύκλους και στην Αθήνα, αλλά και στις Βρυξέλλες, διατυπώνεται σήμερα ένα ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν να συμμετέχει στις συνομιλίες για λύση του Κυπριακού η Ευρωπαϊκή Ενωση «απλώς ως «παρατηρητής»;
Το ερώτημα διατυπώνεται δεδομένου ότι: α) Στις συνομιλίες μετέχει όχι μόνο μια «κοινότητα», αλλά ένα κράτος-μέλος της Ε.Ε., η Κυπριακή Δημοκρατία. β) Οταν και αν προκύψει, κατόπιν συμφωνίας, νέο κράτος στην Κύπρο, αυτό θα είναι -έτσι τουλάχιστον υποτίθεται- πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Είναι, λοιπόν, δυνατό και λογικό να συζητείται η συνταγματική μορφή και η ασφάλεια του κράτους της Κύπρου, με ανοικτό ερώτημα αν θα ισχύει ή όχι το ευρωπαϊκό κεκτημένο σ’ αυτό; Θα «φορτωθεί» η Ε.Ε., ρωτούν στελέχη της Κομισιόν που επικοινώνησαν με την «Ε», ένα κράτος-μέλος με «πρωτότυπη», εκτός ευρωπαϊκών αρχών, συνταγματική μορφή και ασαφή διεθνή προσωπικότητα και με «εγγυήσεις» τρίτων χωρών για την ασφάλειά του; Δεν θα αρκεί ότι θα προστατεύονται οι πολίτες του νέου κράτους από το ευρωπαϊκό σύστημα δικαίου της Ε.Ε.; Δεν θα εγγυάται αυτονοήτως τα εξωτερικά σύνορα του νέου κράτους η Ευρωπαϊκή Ενωση έναντι οποιασδήποτε προσβολής τους από τρίτη χώρα ;
Ομως, και στο πεδίο της Ανατολικής Μεσογείου, διπλωμάτες χωρών που έχουν στενές συνεργασίες με την Ελλάδα και την Κύπρο εκτιμούν σήμερα ότι: Αν ο ΟΗΕ και οι κυβερνήσεις ισχυρών χωρών της Δύσης θεωρούν ότι η αδυναμία λύσης του Κυπριακού δημιουργεί μια «εστία αστάθειας» στη περιοχή, ποια «σταθερότητα» θα δώσει μια λύση για κράτος με στρατεύματα τρίτης χώρας, και μάλιστα της Τουρκίας του ισλαμιστή Ερντογάν, στο έδαφος του;

Η Μεγαλόνησος στο γαλλογερμανικό σχέδιο

Εχει ενδιαφέρον να διαπιστωθεί προσεχώς πώς ακριβώς εννοούν τη «λύση» του Κυπριακού στο Βερολίνο και το Παρίσι, και μάλιστα σε μια περίοδο που ο περιβόητος «γαλλο-γερμανικός άξονας» άρχισε να ασχολείται με την ασφάλεια της Ευρώπης και αναζητά για μοντέλα πρωτότυπων στρατιωτικών συνεργασιών, με μελλοντικό στόχο τη δημιουργία κανονικού «ευρωπαϊκού στρατού». Η «νέα» Κύπρος, πώς θα εντασσόταν, άραγε, σ’ ένα «νέο» σχέδιο ευρωπαϊκής ασφάλειας και άμυνας;

Ο «γαλαντόμος» κύριος Τίμερμαν

Πέρα από τις απαντήσεις που θα δίδονταν από την Ε.Ε., γεγονός είναι ότι, ύστερα από όσα ειπώθηκαν στο ελβετικό θέρετρο Κραν Μοντάνα, έγινε αντιληπτό ότι δεν είναι πλέον δυνατόν να εμποδίσει η Αγκυρα την «εμπλοκή» της Ευρωπαϊκής Ενωσης στη συνέχεια. Στον ΟΗΕ γίνεται μάλλον κατανοητό τώρα ότι δεν είναι δυνατόν να επιβάλει η Τουρκία ένα «δικό της» διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο στο «νέο» κράτος της Κύπρου. Ομως, είναι ανησυχητικό για την Αθηνα και τη Λευκωσία ότι ο «παρατηρητής», αντιπρόεδρος της Κομισιόν, κ. Τίμερμαν, συζητά, καθώς λέγεται, τις δυνατότητες κάποιων «παραχωρήσεων» που θα δίδονταν στην Αγκυρα από την Ε.Ε. για να σημειωθεί πρόοδος στο Κυπριακό.

Από την εφημερίδα "Επένδυση"

You May Also Like

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *