Φουστανέλα «λερή», μαύρη και σατιρική

Εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ του 1962 οι θεατές που είχαν γεμίσει το θέατρο «Μετροπόλιταν» για την πρεμιέρα της «Οδού Ονείρων» προσπαθούσαν να καταλάβουν ποιον τους θυμίζει ο γενειοφόρος λήσταρχος Μπαρμπούλας, που έβλεπαν στο δεκάλεπτο φιλμάκι, το οποίο προβαλλόταν στη σκηνή.

Κρατώντας δυο χατζάρες, ο φουστανελοφόρος πλησίαζε κωμικά απειλητικός τη Ρένα Βλαχοπούλου, που υποδυόταν στο προηγούμενο σκετς την ιδιότροπη σταρ Ρένα Βόλβο, η οποία στην ταινία είχε αναβαθμιστεί σε ατιμασμένη νέα του βουνού και του λόγγου. Μα, για στάσου: αυτός ο περίεργος λήσταρχος με τη χίπικη μπαντάνα και το τσιγκελωτό μουστάκι δεν ήταν άλλος από τον ίδιο τον Χατζιδάκι! Παραγωγή της ανύπαρκτης «Πιπίνος Φιλμ» σε σκηνοθεσία του Αλέξη Σολομού, η σύντομη ταινία είχε τίτλο «Η ναυμαχία της Σαλαμίνος» ή «Αμάρτησα για το αρνί μου».

Ηταν ίσως η πρώτη φορά που, κάποιος, και μάλιστα όχι ηθοποιός, φορούσε τη φουστανέλα σε έναν σατιρικό, σουρεαλιστικό ρόλο. Κάτι πολύ μακρινό από τον εθνικοπατριωτικό ρομαντισμό που εγκαινιάστηκε με ταινίες όπως οι «Γκόλφω» του Κώστα Μπακατόρη (1914), «Μαρία Πενταγιώτισσα» του Αχιλλέα Μαδρά (1928) και «Αστέρω» του Δημήτρη Γαζιάδη (1929), αλλά και από την πολιτική αποδόμησή του με φιλμ όπως τα «Μεγαλέξαντρος» του Θόδωρου Αγγελόπουλου (1980), «Τον καιρό των Ελλήνων» του Λάκη Παπαστάθη (1981) και «Μπάιρον» του Νίκου Κούνδουρου (1992). Ο «Μεγαλέξαντρος» του Αγγελόπουλου, μάλιστα, ένας λαϊκός ήρωας του 19ου αιώνα που, μαζί με ληστές και αναρχικούς, αιχμαλωτίζει αριστοκράτες προκειμένου να επιστραφούν τα κτήματα στους αδικημένους χωρικούς, φορούσε μαύρη φουστανέλα. Και αν αυτή η επιλογή του πρόωρα χαμένου σκηνοθέτη είχε συμβολικό χαρακτήρα, φαίνεται ότι δεν απείχε πολύ από την πραγματικότητα. Να τι έγραφε με το χαρακτηριστικό δηκτικό του ύφος ο Ηλίας Πετρόπουλος, το 1987, στο περιοδικό «Ιχνευτής»:

«Οι νεοέλληνες φανταζόντουσαν πολλά και διάφορα για τη λευκή Αρχαία Ελλάδα, όπου βεβαίως όλα τα αγάλματα κι όλοι οι ναοί ήσανε μπογιατισμένοι όπως ακριβώς οι φιγούρες του καραγκιόζη μας. Το ίδιο επίστευαν για την ασπίλου λευκότητος φουστανέλα. Στην πραγματικότητα, η φουστανέλα ήταν εντελώς βρόμικη και λιγδιασμένη με χοιρινό λίπος (για να είναι αδιάβροχη). Δεν χρειάζεται να υποδείξω το “φουστανέλα μου λερή (ή, φουστανέλα με γαζί)/ ποιος λεβέντης σε φορεί”, αφού ξέρουμε ότι τα παλικάρια χρησιμοποιούσαν τις δίπλες της φουστανέλας σαν πετσέτα για να σκουπίζουν τα χέρια τους και σαν πατσαβούρα για να καθαρίζουν το χαρμπί και τα μαχαίρια τους».

Ηδη από το 1805, ο Αγγλος συνταγματάρχης Γουίλιαμ Μάρτιν Λικ επιβεβαίωνε τον αιρετικό λαογράφο και συγγραφέα, γράφοντας, μετά από μια συνάντηση με τον Αλή Πασά: «Κι αυτοί ακόμα οι αφεντάδες δεν χαίρονται την πολυτέλεια να αλλάζουν φουστανέλα κάθε βδομάδα. Οι στρατιώτες την αφήνουν λερή, ώσπου να λειώσει επάνω τους. Κάπου-κάπου τη βγάζουν και την απλώνουν πάνω στη φωτιά έτσι, που οι ψείρες, ζαλισμένες από τον καπνό, πέφτουν στις φλόγες».

«Με την αρβανίτικη επιδρομή στον Μοριά, η φουστανέλα καθιερώθηκε και σαν ενδυμασία των ελληνορθοδόξων Πελοποννησίων. Η Ρούμελη είχε προηγηθεί», γράφει εξάλλου ο Πετρόπουλος. Και συνεχίζει: «Η φουστανέλα επέζησε, κατά κάποιον ρομαντικό τρόπο, ως τα μέσα του αιώνα μας. Οι Μακεδονομάχοι φοράγανε, συνήθως, ντουλαμάδες. Οι ληστές ήσανε ντυμένοι με βρόμικες φουστανέλες. Στον ΕΛΑΣ ορισμένοι οπλαρχηγοί (όπως ο καπετάν Τσολιάς) επέμεναν στην πατροπαράδοτη ενδυμασία». Και αν κανείς δεν τολμούσε να τους χλευάσει, δεν συνέβαινε το ίδιο με τον ζωγράφο Θεόφιλο, που φορούσε πάντα φουστανέλα και τσαρούχια.

Ετσι ντυμένος αγωνίστηκε ο Σπύρος Λούης στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 στην Αθήνα και έτσι συνάντησε τον Χίτλερ στους Ολυμπιακούς του 1936 στο Βερολίνο. Μόλις λίγα χρόνια μετά, ο Μάρκος Βαμβακάρης τραγουδούσε τους στίχους του Μίνωα Μάτσα: «Φρατέλοι με ψηλά φτερά/ θέλησαν να μπλοκάρουν/ του ένδοξου μας του τσολιά/ τη θέση του να πάρουν/ Βρε δεν περνάει η μπαμπεσιά/ Μα ούτε κι οι φοβέρες/ θε να σας κάνει ο Ελληνας/ να ιδείτε μαύρες μέρες». Η ταύτιση της δυτικής στολής με τα «ψηλά φτερά» με την μπαμπεσιά και της φουστανέλας με τη λεβεντιά είχε από παλιά εδραιωθεί, αν και με την έλευση των Βαυαρών τα πράγματα είχαν μπερδευτεί: «Οταν μπήκε η φουστανέλα στο παλάτι, επικράτησε μια ενδυματολογική βαβυλωνία», γράφει ο Πετρόπουλος. «Οι αξιωματικοί συχνά αυτοσχεδιάζανε. Οι καπεταναίοι έμπαιναν στην αίθουσα του θρόνου (ή του χορού) με τις φουστανέλες τους. Τότε άρχισε ο μέγας τραγέλαφος που κράταει ως τα σήμερα. Δεν ξέρουμε ποιος είναι ο εμπνευστής της ερμαφρόδιτης στολής που φοράνε οι αξιωματικοί της ευζωνικής φρουράς. Τα πρώτα ίχνη της τα συναντάμε στην Αυλή του Οθωνα, όπου ορισμένοι φουστανελοφόροι καπετάνιοι αλλάζουν τη χρυσοκέντητη φέρμελη με ένα πομπώδες ευρωπαϊκό στρατιωτικό χιτώνιο».

Αρβανίτικης καταγωγής ή όχι, ευρωπαϊκά παραλλαγμένη και μη, η φουστανέλα δεν χάνει την υπερηφάνειά της. Με τα ανδραγαθήματα των ευζώνων στη χιονισμένη Πίνδο, στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μάλιστα, αυτή η υπερηφάνεια τονώνεται. Και, στην Κατοχή, καθιστά τη στολή του Γερμανοτσολιά ακόμα πιο ανίερη. Στα νεότερα χρόνια, ο Στέλιος Ελληνιάδης ανακαλεί την ανάμνηση του Ηπειρώτη τραγουδιστή Σάββα Σιάτρα να ντύνεται με ευλάβεια τσολιάς για να τραγουδήσει στο Αργυρόκαστρο και τα Τίρανα. Αλλά και του Γιώργου Ζαμπέτα να ντύνει τους χορευτές του τσολιάδες, μες στο αεροπλάνο, για να κάνει έκπληξη στους ομογενείς που τον περίμεναν το 1968 στο αεροδρόμιο του Χίθροου.

 

Πανταχού παρούσα

Από τον ακαδημαϊκό ρεαλισμό της σχολής του Μονάχου έως τον σουρεαλισμό, από τον Νικηφόρο Λύτρα έως τον Νίκο Εγγονόπουλο, η φουστανέλα είναι επίσης παρούσα. Ο πρώτος τη φορά σε παιδιά στα «Κάλαντα» και στην «Επιστροφή από το πανηγύρι», ενώ ο δεύτερος σε αρκετούς ήρωές του, ανάμεσα στις οποίες και ο Θησέας, καθώς παλεύει με τον Μινώταυρο. Φουστανέλα φορά και ο Ερωτόκριτος του Μποστ χέρι-χέρι με την Αρετούσα.

 

Ελεύθεροι πολιορκημένοι των... γαριφάλων

Η φουστανέλα δεν χάθηκε ποτέ μεταξύ των φολκλορικών χορευτικών συγκροτημάτων και των παραδοσιακών εθίμων. Χάρη στον Τζίμη Πανούση, στη δεκαετία του ’80 τη συναντήσαμε και στη σκηνή του ελληνικού ροκ. Τα τελευταία χρόνια ο Γιώργος Μαζωνάκης τη φόρεσε στο πάλκο, ελεύθερος πολιορκημένος των γαριφάλων. Εγινε, επίσης, φιγούρα της σατιρικής «Ελληνοφρένειας», αλλά και σχέδιο του Ζαν Πολ Γκοτιέ. Πώς να μην τη βάλει και ο Βασίλειος Κωστέτσος, και μάλιστα μεσ’ στην Αγία Σοφία, στην Κωνσταντινούπολη;

 

Αυτοί χωρίς γραβάτα, εγώ με φουστανέλα

Τη χρονιά των Ολυμπιακών της Αθήνας, ο Σάκης Ρουβάς, ο Χρήστος Λούλης, ο Νίκος Αλιάγας κ.ά. φωτογραφήθηκαν από την Καλλιόπη με αυθεντικές στολές του Λυκείου των Ελληνίδων. Αντίθετα, καινούργια φουστανέλα παράγγειλε ο Γιάννης Μπουτάρης το 2015: «Μου την έχουν σπάσει όλοι αυτοί οι Συριζαίοι που εμφανίζονται χωρίς γραβάτα στις επίσημες εκδηλώσεις», δήλωσε τότε ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης και πρόσθεσε: «Εχω ράψει και φουστανέλα στη Νάουσα και, με την πρώτη ευκαιρία, σε εθνική επέτειο θα εμφανιστώ και με φουστανέλα. Αυτοί χωρίς γραβάτα, εγώ με φουστανέλα. Και ό,τι θέλουν ας πουν».

 

Οθων, Μπάιρον και Οσκαρ Ουάιλντ

Φουστανέλα φόρεσε και ο Μπάιρον. Ετσι ντυμένο, μάλιστα, με φόντο τον Παρθενώνα, διάλεξε κάποτε η καπνοβιομηχανία Player’s να τον απεικονίσει στο πακέτο της. Σε φωτογραφείο πήγε για να απαθανατιστεί με ανάλογη στολή και ο συμπατριώτης του Οσκαρ Ουάιλντ. Ενώ, στην προσπάθειά του να πείθει περισσότερο ως «βασιλεύς των Ελλήνων», είχε φορέσει φουστανέλα και ο Οθων.

 

Γεια σου, τσολιά μου!

Από μια στιγμή και πέρα, η αναφορά στον τσολιά αρχίζει να παίρνει και απρόσμενα νοήματα. Οταν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγουδούσε «Γεια σου, τσολιά μου», αναφερόταν σε μια «κούκλα μες στη γειτονιά» που «στο σεργιάνι σαν θα βγει, τα κάλλη της θαυμάζουν». Κάτι διαφορετικό εννοούσαν οι διοργανωτές του Athens Pride 2010 με αυτή την ευρηματική αφίσα.

 

«Εύζωνοι σαν μπαλαρίνες»

«Αφού το ευζωνικό μας είναι μια σκηνοθεσία, θα πρέπει να είναι μια σωστή σκηνοθεσία», έγραφε ο Ηλίας Πετρόπουλος. Τι εννοούσε; «Οι εύζωνοι θα πρέπει να αφήσουν μακριά μαλλιά και προπάντων, στριφτά μουστάκια. Επιπλέον, όταν φοράνε τη φουστανέλα θα πρέπει να βγάζουν το ρολόι του χεριού».

Αλλά ποια φουστανέλα; «Η Ανακτορική/Προεδρική Φρουρά είναι μια διπλή απάτη», υποστήριζε. «Διότι η φουστανέλα ήταν αρβανίτικη ενδυμασία και διότι η τωρινή φουστανέλα δεν μοιάζει σε τίποτα με την ιστορικώς δοτή φουστανέλα (...). Η κοντή φουστανελίτσα κάνει τους τσολιάδες να μοιάζουν με μπαλαρίνες. Οι αρμόδιοι του σεβαστού υπουργείου Εθνικής Αμυνας θα πρέπει να παραγγείλουν κανούργιες φουστανέλες μακριές ως το γόνατο. Αυτό διδάσκει η Ιστορία. Οσο για το μίνι, πέρασε, προ πολλού, η μόδα του».

 

Ο Ντίζι και ο Νέγρος του Μοριά

Ο πρώτος μαύρος τσολιάς δεν είναι άλλος από τον Ντίζι Γκιλέσπι. Ο μεγάλος Αμερικανός τζαζίστας διάλεξε αυτή τη φωτογραφία του μπροστά σε αρχαιοελληνικούς κίονες για το εξώφυλλο του δίσκου του «Dizzy in Greece» (1958). Ποιος ξέρει. Ισως, δεκαετίες αργότερα, να ενέπνευσε και έναν νεαρό ράπερ να διαλέξει το όνομα «Νέγρος του Μοριά». Κατάγεται από την Γκάνα, γεννήθηκε και μεγάλωσε, όμως, στην Αθήνα και, όπως λέει στη «Lifo», του «αρέσει η εποχή του Σωκράτη, του Θουκυδίδη και του Πλάτωνα, αλλά και η εποχή της Μπουμπουλίνας, του Κολοκοτρώνη και του Καραϊσκάκη».

You May Also Like

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *